Εισαγωγή

Σκοπός της σκακιστικής προπόνησης είναι να γίνουμε ισχυρότεροι παίκτες. Αυτό επιτυγχάνεται με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτον, παίζοντας παρτίδες εναντίον αντιπάλων που είναι στο ίδιο επίπεδο ή λίγο ισχυρότεροι από εμάς και δεύτερον, με τη σκακιστική ανάλυση.

Το σκάκι είναι ένα παιχνίδι στο οποίο διάφοροι παράγοντες παίζουν ρόλο. Η λογική, η φαντασία, η μαχητικότητα, η αυτοσυγκέντρωση, η μνήμη, η ψυχραιμία, η αντικειμενικότητα, όλα αυτά μπορεί να κρίνουν το αποτέλεσμα μιας παρτίδας. Επίσης, μια παρτίδα σκακιού περνά από διάφορες χρονικές φάσεις (άνοιγμα, μέσον, φινάλε) και μπορεί να εξελιχθεί με διαφορετικούς τρόπους, ώστε να προκύψει μια θέση ήσυχη ή αιχμηρή, μια θέση κυρίως τακτική ή κυρίως στρατηγική κ.ο.κ.

Στο σκάκι η τύχη παίζει ασήμαντο ρόλο και η αρχική θέση σε κάθε παρτίδα είναι ισόπαλη με σωστό παιχνίδι και από τους δύο παίκτες. Αυτό σημαίνει ότι όταν χάνουμε μια παρτίδα, έχουμε σίγουρα κάνει κάποιο ή κάποια λάθη. Αλλά και σε μια παρτίδα που κερδίσαμε, είναι πολύ πιθανό να έχουμε κάνει λάθη τα οποία ο αντίπαλός μας άφησε ανεκμετάλλευτα. Αν με την ανάλυση των παρτίδων μας διαπιστώσουμε ότι κάνουμε συστηματικά παρόμοια λάθη, έχουμε κάνει ήδη το πρώτο σημαντικό βήμα για να τα αποφύγουμε στο μέλλον. Παραδείγματα τέτοιων συστηματικών λαθών μπορεί να είναι η υπεραισιοδοξία (η αποτυχία μας να προσέξουμε τις δυνατότητες του αντιπάλου), η έλλειψη μαχητικότητας (η πρόωρη απογοήτευση όταν η θέση μας είναι χειρότερη μεν, αλλά όχι απελπιστική), η λανθασμένη διαχείριση του χρόνου σκέψης (η σπατάλη χρόνου ή αντίθετα το να παίζουμε υπερβολικά γρήγορα), η έλλειψη θεωρητικών γνώσεων στο άνοιγμα, η έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και άλλα.

Για να κάνουμε πρόοδο, εστιάζουμε στα πιο αδύναμα σημεία του παιχνιδιού μας. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά στην ουσία, κάθε παίκτης είναι τόσο ισχυρός όσο είναι το πιο αδύναμο σημείο του. Υποθέστε, για παράδειγμα, ότι ένας παίκτης έχει μελετήσει ιδιαίτερα το άνοιγμα και το μέσον της παρτίδας, αλλά καθόλου το φινάλε. Μπορεί να αποκτά συχνά καθαρό πλεονέκτημα στο άνοιγμα ή στο μέσο και να κερδίζει πολλές παρτίδες έτσι, αλλά να κάνει συχνότατα λάθη στην τελική φάση της παρτίδας. Ένας παρατηρητικός αντίπαλος μπορεί να προσέξει αυτήν την αδυναμία και να οδηγήσει την παρτίδα σε ένα ισόπαλο ή ακόμα και χειρότερο για τον ίδιο φινάλε όπου θα έχει όμως πολύ μεγάλες πιθανότητες νίκης και ελάχιστες πιθανότητες ήττας.

Ένας προπονητής, ένας ισχυρότερος από εμάς παίκτης που θα αναλύσει τις παρτίδες μας, μπορεί να μας υποδείξει τις αδυναμίες μας και στη συνέχεια να μας πει τι είδους προπόνηση πρέπει να κάνουμε, τι είδους ασκήσεις να λύσουμε ώστε να εξαλείψουμε αυτές τις αδυναμίες. Αλλά ο προπηνητής δεν είναι πάντα απαραίτητος, και μάλιστα υπάρχουν πολύ ισχυροί σκακιστές που δεν είχαν ποτέ τους προπονητή. Εκείνοι οι σκακιστές είχαν την ικανότητα με αντικειμενική ανάλυση να βρίσκουν τα λάθη στις παρτίδες τους και τις αδυναμίες στον εαυτό τους. Και στη συνέχεια προπονήθηκαν μόνοι τους κατάλληλα ώστε να βελτιωθούν. Η αντικειμενικότητα, η ικανότητα να αναλύουμε μια παρτίδα που παίξαμε σα να μην την παίξαμε εμείς, σαν εξωτερικοί παρατηρητές, είναι ίσως η πιο σημαντική αρετή που μπορούμε να αναπτύξουμε στην προσπάθειά μας να γίνουμε καλύτεροι. Μια αρετή που μπορεί να μας φανεί χρήσιμη γενικότερα και όχι μόνο στο σκάκι.

Πέρα από την ανάλυση των δικών μας παρτίδων, και επειδή οι αρχάριοι παίκτες συνήθως έχουν περιθώρια βελτίωσης σε όλους τους τομείς, ένα άλλο σημαντικό μέρος της προπόνησης το αφιερώνουμε στη μελέτη παρτίδων άλλων ισχυρότερων παικτών. Αναλύοντας τις παρτίδες τους, προσπαθούμε να μάθουμε από την εμπειρία τους, να καταλάβουμε τις ιδέες τους και τα σχέδιά τους, ώστε στη συνέχεια να τα εφαρμόσουμε και εμείς στις δικές μας παρτίδες. Και φυσικά προσπαθούμε να αποφύγουμε τα λάθη τους.

Σε μιά παρτίδα σκάκι, κάθε κίνηση που παίζουμε είναι μια απόφαση που παίρνουμε. Επομένως, η προπόνηση στο σκάκι είναι προπόνηση στη λήψη αποφάσεων.